Το μελάνωμα είναι ο κακοήθης όγκος των μελανοκυττάρων και είναι πάρα πολύ σοβαρή νόσος. Συναντάται στο δέρμα και στους βλεννογόνους με μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης στο πρόσωπο και στα κάτω άκρα.

Οι παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση μελανώματος σχετίζονται με την εμφάνιση μελαγχρωματικών σπίλων, την ηλικία καθώς και την έκθεση στην ηλιακή ακτινοβολία.

Το μελάνωμα στους άνδρες εμφανίζεται συχνότερα στον κορμό, στο κεφάλι και στο λαιμό. Στις γυναίκες εμφανίζεται συνήθως στους βραχίονες και στις κνήμες. Είναι πιο συχνό στα ανοιχτόχρωμα δέρματα.

Τα κριτήρια διάγνωσης του κακοήθους μελανώματος συμπεριλαμβάνουν την ξαφνική εμφάνιση μελαγχρωματικής βλάβης με ταχεία ανάπτυξη, την ξαφνική εμφάνιση οζώδους βλάβης σε προϋπάρχοντα επίπεδο σπίλο, τη μεταβολή στο χρώμα μιας υπάρχουσας μελάγχρωσης ή σπίλου, την αιμορραγία, τον πόνο ή το αίσθημα τάσης και κνησμού σε προϋπάρχοντα σπίλο καθώς και την εμφάνιση μικρών μαύρων δορυφόρων ογκιδίων γύρω από τον πρωτογενή όγκο.

Η κλινική αναγνώριση ενός ύποπτου σπίλου («ελιά») που δικαιολογεί την περαιτέρω εξέταση από τον ειδικό γιατρό, βασίζεται στην αξιολόγηση 5 χαρακτηριστικών του σπίλου που τα αρχικά τους συνθέτουν το μνημονικό κανόνα A-B-C-D-E:
A, Asymmetry: ασυμμετρία του σπίλου
B, Borders: ακανόνιστα όρια
C, Color: μη ομοιογενές χρώμα
D, Diameter: μέγεθος του σπίλου (μεγαλύτερο από 5-6 χιλιοστά)
E, Evolution: μεταβολή στα χαρακτηριστικά του σπίλου

Επειδή το μελάνωμα μπορεί να δώσει μεταστάσεις, η έγκαιρη διάγνωση από τον ειδικό δερματολόγο είναι θεμελιώδους σημασίας και η βιοψία που ακολουθεί δίνει την οριστική διάγνωση.

Η μοναδική αποτελεσματική θεραπεία για ασθενείς με τοπικό μελάνωμα του δέρματος, με ή χωρίς επιχώριους λεμφαδενικές μεταστάσεις, παραμένει η χειρουργική. Σε περιπτώσεις που έχει καταγραφεί ιστορικό μελανώματος στην οικογένεια, θα πρέπει να γίνεται τακτική παρακολούθηση από κλινικό δερματολόγο.