Η ψώρα είναι η πιο συχνή, μεταδοτική παρασιτική δερματοπάθεια που οφείλεται στο ακάρι της ψώρας. Το κύριο χαρακτηριστικό της είναι ο έντονος κνησμός και τα κηλιδωτά εξανθήματ (ερυθρά σε λευκή επιδερμίδα, μωβ ή καστανό σε πιο σκούρα δέρματα). Λατρεύει το ζεστό περιβάλλον και μεταδίδεται με τη στενή επαφή του δέρματος: στους ενήλικες είναι συνήθως αποτέλεσμα σεξουαλικής επαφής με άτομο που ήδη πάσχει, στα παιδιά μεταδίδεται με στενή και συχνή επαφή στον ίδιο χώρο, π.χ. σχολείο, κατασκήνωση. Σε σπάνιες περιπτώσεις μεταδίδεται με τη χρήση κοινών πετσετών και κλινοσκεπασμάτων και ως εκ τούτου μπορεί να προσβάλλει μέλη της ίδιας οικογένειας. Το πρώτο σύμπτωμα της ψώρας είναι ο έντονος και επίμονος κνησμός ενώ οι πιο συνήθεις βλάβες (βλατίδες μικρές κοκκινωπές ή στο χρώμα του δέρματος και σήραγγες) εντοπίζονται στους αγκώνες, στη μέση, στις μασχάλες, στους γλουτούς, στους καρπούς, στα μεσοδακτύλια διαστήματα, στα πλάγια των δακτύλων, στον ομφαλό, στα γεννητικά όργανα και στις θηλές του μαστού στις γυναίκες. Στα μικρά παιδιά εντοπίζονται και στο κεφάλι και ιδίως στα μάγουλα.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της ψώρας γίνεται με εφαρμογή παρασιτοκτόνων διαλυμάτων και ειδικές αντιψωριακές λοσιόν σε όλη την επιφάνεια του δέρματος από το λαιμό και κάτω. Η θεραπεία πρέπει να γίνεται με σχολαστικότητα και το θεραπευτικό σχήμα πρέπει να ακολουθηθεί από όλα τα μέλη της οικογένειας του πάσχοντος και τους συντρόφους ενώ όλα τα κλινοσκεπάσματα και οι πετσέτες θα πρέπει να πλυθούν με πολύ ζεστό νερό για να αποφευχθεί επιμόλυνση. Σε κάθε περίπτωση η ειδικός δερματολόγος αξιολογεί την κατάσταση και αποφασίζει για την ενδεδειγμένη θεραπεία.