Η ψωρίαση είναι μια χρόνια, αυτοάνοση μη μεταδοτική φλεγμονώδης δερματοπάθεια που επηρεάζει δέρμα και αρθρώσεις. Είναι αγνώστου αιτιολογίας, πολυπαραγοντική και σχετίζεται με το αμυντικό σύστημα του οργανισμού το οποίο αναγκάζει τα κύτταρα του δέρματος να πολλαπλασιαστούν 7 φορές πιο γρήγορα από το φυσιολογικό ,με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια υπερκεράτωση και πάχυνση της επιδερμίδας. Παράγονται ξηρές νιφάδες στο δέρμα το οποίο στα σημεία εκείνα σταδιακά απολεπίζεται.

Η ψωρίαση προσβάλλει περίπου το 2% του πληθυσμού και κατηγοριοποιείται σε ήπια, μέτρια και σοβαρού βαθμού ,ενώ τα συμπτώματα εμφανίζονται συνήθως στο δέρμα στους αγκώνες, στα γόνατα στο τριχωτό της κεφαλής, στα νύχια , στα γεννητικά όργανα, ενώ μπορεί να εμφανιστεί και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο του σώματος ενώ στη βαριά της μορφή μπορεί να προσβάλλει και τις αρθρώσεις.

Η ψωρίαση οφείλεται κυρίως σε κληρονομική προδιάθεση καθώς και σε ενδογενείς και εξωγενείς παράγοντες. Οι ενδογενείς παράγοντες περιλαμβάνουν λοιμώξεις (π.χ. στρεπτοκοκκικές), μεταβολικές διαταραχές (παχυσαρκία), το στρες (κακή ψυχολογική κατάσταση), φάρμακα, ουσίες (π.χ. κάπνισμα και αλκοόλ) ενώ οι εξωγενείς παράγοντες περιλαμβάνουν κλιματολογικούς, περιβαλλοντικούς και τραυματισμούς του δέρματος.

Οι κλινικοί τύποι που εμφανίζονται στην ψωρίαση είναι οι εξής:
Η κοινή – κατά πλάκας όπου εμφανίζεται κνησμός και ερυθρές πλάκες καλυπτόμενες από αργυρόχροα λέπια. Η σταγονοειδής που περιλαμβάνει κνησμό και ερυθρές κηλίδες με λέπια (εμφανίζεται σε σώμα, χέρια, πόδια), η ανάστροφος όπου εμφανίζεται διαβρωμένο ερυθρό δέρμα σε περιοχές όπως κάτω από τους μαστούς στις μασχάλες και στη βουβωνική χώρα.
Η ψωρίαση τριχωτού κεφαλής, η ψωρίαση νυχιών, η ερυθροδερμική (ερυθρό δέρμα (σώμα) και υποθερμία), η δακτυλοειδής, η φλυκταινώδης (παλαμών και πελμάτων) που περιλαμβάνει φλύκταινες, πυρετό, απολέπιση σε παλάμες και πέλματα και η γενικευμένη φλυκταινώδης Von Zumbusch όπου εμφανίζονται φλύκταινες και απολέπιση γενικά σε όλο το σώμα , χέρια –πόδια με πυρετό και κακουχία.

Η διάγνωση της ψωρίασης γίνεται μόνο κατόπιν κλινικής εξέτασης από τη δερματολόγο, η οποία συνοδεύεται από πλήρες ιστορικό του ασθενούς.