Υπεριδρωσία είναι η υπερβολική παραγωγή ιδρώτα από τους ιδρωτοποιούς αδένες του οργανισμού. Μπορεί να είναι γενικευμένη και να προσβάλλει όλο το σώμα στις περισσότερες περιπτώσεις όμως είναι εστιακή και εντοπίζεται κυρίως στις μασχάλες, τις παλάμες και τα πέλματα καθώς και το πρόσωπο του ατόμου που πάσχει.

Η εστιακή υπεριδρωσία είναι συνήθως άγνωστης αιτιολογίας ενώ η γενικευμένη υπεριδρωσία σε αντίθεση με την εντοπισμένη προσβάλλει όλη την επιφάνεια του κορμού, και τα αίτια της είναι πολλαπλά. Τα συμπτώματα ξεκινούν συνήθως κατά την εφηβεία και πολλοί ασθενείς αναφέρουν υπεριδρωσία σε περισσότερες της μιας περιοχές.

Η συναισθηματική φόρτιση, η θερμοκρασία και αγγειοκινητικά ερεθίσματα συμβάλλουν περαιτέρω στην επιδείνωση της ήδη υπάρχουσας κατάστασης.

Η διάγνωση της υπεριδρωσίας γίνεται από ειδικό δερματολόγο με δύο τρόπους: με ποιοτικό ή ποσοτικό προσδιορισμό. Στον ποιοτικό προσδιορισμό (Μinor test) εφαρμόζεται σκόνη αμύλου στην περιοχή που εξετάζεται και ακολουθεί επάλειψη με βάμμα ιωδίου 5% για πέντε λεπτά.

Σε περίπτωση υπεριδρωσίας, η περιοχή βάφεται έντονα με ένα ιώδες ή σκούρο μαύρο χρώμα. Στον ποσοτικό προσδιορισμό εφαρμόζεται απορροφητικό χαρτί για 5 λεπτά και στη συνέχεια ζυγίζεται το βάρος του χαρτιού με ζυγαριά ακριβείας.

Η αντιμετώπιση της υπεριδρωσίας είναι εξατομικευμένη ανάλογα με την κάθε περίπτωση. Συνήθως εφαρμόζονται τοπικά σκευάσματα ως πρώτη επιλογή, ιοντοφόρηση, άλατα αλουμινίου ενώ μια από τις πιο συνηθισμένες θεραπευτικές μεθόδους είναι και το botox το οποίο γίνεται μόνο από ειδικό δερματολόγο.

Το botox με τη δράση του διακόπτει τη λειτουργία των ιδρωτοποιών αδένων και έτσι εξαλείφεται ο ιδρώτας στις περιοχές που εγχέεται.